Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Γράμμα στον Διομήδη Κομνηνό


Του Τάσου Παυλόπουλου*

Φίλε μου αγαπημένε,

Συγχώρα με που άφησα να περάσουν σαράντα ολάκερα χρόνια μέχρι να μπορέσω να σου γράψω τούτες δω τις αράδες. Τις κουβάλησα αρκετά μέσα μου. Τώρα, όμως, αισθάνομαι πως πρέπει να τις ξεφορτώσω. Είμαι σίγουρος πως θα με καταλάβεις απόλυτα. Και να ξέρεις πως τα χρόνια που πέρασαν απλώς με ωρίμασαν. Δεν με μετάλλαξαν σαν κάποιους άλλους…



Κάθε χρόνο, σαν πλησιάζει η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο ηρωισμός σου, με αποτέλεσμα τον τραγικό χαμό σου, με κάνει να νιώθω ιδιαίτερη περηφάνια που υπήρξα φιλαράκι σου. Το αίμα που έχυσες τότε δεν πήγε διόλου χαμένο. Νίκησες! Νικήσαμε Εμείς, κάτι πιτσιρικάδες του Γυμνασίου στο πλευρό των φοιτητών, τους καραβανάδες φασίστες. Και ανέπνευσε η Πατρίδα μας. Δεκάδες, όμως, νεαρά κορμιά μαζί σου δεν ανέπνεαν πια για να το χαρούν. Ο πρώτος, και μοναδικός νεκρός, που ανακοινώθηκε την επόμενη της Μεγάλης Νύχτας από τις πρωινές χουντικές εφημερίδες, ήσουν Εσύ. Η δημοσιευμένη φωτογραφία ταυτότητας ενός δεκαεπτάχρονου «ταραξία» με το ονοματεπώνυμό σου, σε τοποθέτησε αυτόματα στο Πάνθεον των Ηρώων, πλάι στον Σωτήρη Πέτρουλα και ράγισε για πάντα την καρδιά μου. Δεν συναντηθήκαμε μέσα στο πλήθος, εκείνες τις άγριες και γεμάτες ελπίδα μέρες και νύχτες του αγώνα. Δεν ήξερα καν πως ήσουν κι εσύ εκεί…

Είχαμε, όμως, κάποια χρόνια πριν, ορκιστεί κι οι δυο μας, προσκοπάκια της Ενάτης Ομάδας Προσκόπων στην Κυψέλη, να αγαπάμε την Πατρίδα και να την προστατεύουμε. Είχαμε ορκιστεί στην προσκοπική μας Τιμή, κι αυτός ο όρκος φάνταζε ιερός στο περιπετειώδες παιδικό μυαλό μας. Και μάθαμε να προσθέτουμε έναν ακόμη κόμπο στο γαλάζιο μαντίλι, που φορούσαμε στον λαιμό, αν κάναμε μια καλή πράξη… Είχαμε γίνει πια αντράκια και είχαμε παρατήσει τον προσκοπισμό, αλλά ξέρω πως το βράδυ που σε δολοφόνησαν οι φασίστες φορούσες την προσκοπική σου ζώνη. Βοηθούσες τραυματίες στην 3ης Σεπτεμβρίου, ενώ οι σφαίρες σφύριζαν γύρω σου. Εγώ κάπου είχα κρυφτεί, στην Κοδριγκτώνος, φοβισμένος και οργισμένος… Αν είχα γιο θα τον έβγαζα Διομήδη.

Θυμάσαι, παλιόφιλε, τις όμορφες στιγμές που περνούσαμε, μια στο σπίτι μου και μια στο δικό σου; Τις κατασκηνώσεις τα καλοκαίρια, τις σκανδαλιές και τις διαολιές μας; Θυμάσαι που κλέβαμε άδεια μπουκάλια μπίρας από τα καφάσια του μπακάλικου, Καυκάσου και Ευβοίας, και τα «επιστρέφαμε» στον μπακάλη για να συμπληρώσουμε το χαρτζιλίκι μας και να πάμε σινεμά; Λατρεύαμε το σινεμά, τα κόμικς και τη ζωγραφική. Θυμάσαι που ανταγωνιζόμαστε, ποιος θα σχεδιάσει καλύτερα τις φιγούρες του Λούκι Λουκ; Τον Μπίλι τον Τρομερό, τον έκανες πάντα εσύ καλύτερα! Θυμάσαι τα γκομενάκια στα παγκάκια της Φωκίωνος; Σε βλέπανε και τους έτρεχαν τα σάλια… Κανείς, μέχρι σήμερα, δεν ξέρει πως ήσουν ήδη «φίρμα», προτού σε φάνε οι φασίστες. Προτού καν σε γνωρίσω. Ας τους πληροφορήσω, λοιπόν, πως εκείνες τις εποχές, όλη η Αθήνα είχε δει μια αφίσα, όπου ένα πανέμορφο γελαστό αγοράκι διαφήμιζε το γάλα «Nido». Το πασίγνωστο αγοράκι ήταν ο μετέπειτα κολλητός μου, ο Διομήδης. Ο μπαμπάς του ήταν διαφημιστής…

Πέρασαν, γεμάτα, σαράντα χρόνια. Εφυγες νωρίς, αλλά γλίτωσες σαράντα χρόνια «φαγούρα». Από τρισάθλιες κυβερνήσεις. «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία!» ζητάγαμε τότε, το ίδιο ζητάμε και τώρα. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, Διομήδη! Δεν μας κυβερνάνε πια τα τανκς, αλλά ο κόσμος πεινάει, την Παιδεία, όπως και την Υγεία, την έχουν διαλύσει, όσο για Ελευθερία, άστα! Ξέρω πως, αν ήσουν εδώ, θα ήσουν μπροστάρης. Θα τους ξανανικήσουμε, όμως! Γιατί έχουμε δίκιο και είμαστε, αν και άοπλοι, πολλοί περισσότεροι, όπως και τότε. Γιατί υπάρχουν πολλοί ατρόμητοι πιτσιρικάδες σαν και του λόγου σου. Εχουνε «γεννοβολήσει», όμως, και οι φασίστες. Θα φρικάριζες άμα έβλεπες, το 2013, μπουρτζόβλαχους νοσταλγούς της χούντας, αγκυλωτούς σταυρούς, χιτλερικά αποβράσματα, ξυρισμένα κρανία, μαχαιροβγάλτες, κλασιδιάρηδες, όχι μόνο στους δρόμους αλλά και στη Βουλή! Τις προάλλες έσφαξαν ένα γελαστό «τρελόπαιδο» σαν κι εσένα. Εναν αντιφασίστα μουσικό, τον Παύλο Φύσσα. Ωραίος τύπος! Σίγουρα είναι μαζί σου, κάπου εκεί στα σύννεφα και σου μαθαίνει τη «Χιπ Χοπ» που δεν την πρόλαβες. Θα κάνετε καλή παρέα. Σίγουρα, κάπου κει τριγύρω είναι και δύο καινούργια παιδιά, επίσης άγρια και άνανδρα δολοφονημένα. Θα σου φανούν παράξενοι, γιατί είναι χρυσαυγίτες κι εσύ δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Είναι μπρατσωμένοι, έχουν χιτλερικά συνθήματα στα μαύρα μπλουζάκια τους, είναι φασιστάκια και γουστάρουν τη χούντα. Γιατί, δυστυχώς, δεν ξέρουν! Θα στα πει ο Παύλος… Θα σε κοιτούν κι αυτοί αμήχανα, άμα τους συστηθείς, γιατί κάποιοι τους έχουν πείσει πως στο Πολυτεχνείο δεν υπήρχαν νεκροί και τους έχουν μπολιάσει το μυαλό με ψευτιά και την ψυχή με μίσος. Εξήγησέ τους κι αγάπησέ τους. Δεν φταίνε αυτοί και φαίνονται καλά παιδιά. Είμαι σίγουρος πως τώρα θα καταλάβουν. Κι εσύ θα προσθέσεις κι άλλο κόμπο στο προσκοπικό σου μαντίλι… Να γίνετε αδέλφια και να περνάτε καλά εκεί ψηλά που ανεβήκατε. «Η Ενάτη η τρομερή δεν αφήνει εκδρομή κι ανεβαίνει πάνω στα ψηλά βουνά…», το θυμάσαι; Εμείς, εδώ κάτω στην Πατρίδα, θα τα κουτσοκαταφέρουμε. Θ’ αργήσω να ’ρθω στην παρέα σας και μέχρι τότε θα μου λείπεις. Σε γλυκοφιλώ και σε σφίγγω στην αγκαλιά μου. Το ίδιο και τον Παύλο και τ’ άλλα δυο αδικοχαμένα παλικάρια.

Στους γλυκούς σου γονείς, στις αδελφές σου και στο χαριτωμένο μπουλντόκ σου! Παντοτινός φίλος σου.

* Ο Τάσος Παυλόπουλος είναι ζωγράφος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου